Γιατί οι αυτοάνοσες παθήσεις προτιμούν τις γυναίκες;

Γιατί οι αυτοάνοσες παθήσεις προτιμούν τις γυναίκες;

Οι αυτοάνοσες παθήσεις είναι παθολογικές καταστάσεις κατά τις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στους ίδιους τους ιστούς του σώματος προκαλώντας φλεγμονή. Μπορεί να προσβάλλουν μόνο ένα όργανο μας, ή περισσότερα όργανα, ταυτόχρονα ή διαδοχικά. Αν δεν αντιμετωπιστούν κατάλληλα οδηγούν σε βλάβη των ιστών και δυσλειτουργία σχεδόν σε οποιοδήποτε όργανο του σώματος, συχνότερα δε τις αρθρώσεις, το δέρμα, τους πνεύμονες, το έντερο, τα νεφρά, την καρδιά, το νευρικό σύστημα και τον θυρεοειδή αδένα.  

Είναι ενδιαφέρον ότι σχεδόν όλες οι αυτοάνοσες παθήσεις, ο αριθμός των οποίων φτάνει τις 100, είναι πολύ πιο συχνές στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες, με τις γυναίκες να διαγιγνώσκονται δύο έως τρεις φορές συχνότερα, ιδιαίτερα κατά τα αναπαραγωγικά τους χρόνια. Οι λόγοι για αυτήν την μεγάλη διαφορά είναι πολύπλοκοι και περιλαμβάνουν συνδυασμό ορμονικών και γενετικών παραγόντων και περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι γυναίκες έχουν γενικά ισχυρότερες ανοσολογικές αντιδράσεις, γεγονός που τις βοηθά να καταπολεμούν πιο αποτελεσματικά τις λοιμώξεις. Αν και αυτό μπορεί να είναι εξελικτικό πλεονέκτημα για την προστασία της μητέρας και του παιδιού, συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για υπερβολική ή λανθασμένη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού που μπορεί να οδηγήσει σε αυτοάνοσες αντιδράσεις.

Ορμονικοί παράγοντες

Οι ορμόνες του φύλου παίζουν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα οιστρογόνα, η κύρια θηλυκή ορμόνη, ενισχύουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Προάγουν την ενεργοποίηση των σπουδαιότερων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, που λέγονται Τ-λεμφοκύτταρα και αυξάνουν την παραγωγή των «ορμονών» του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζονται κυταροκίνες και ρυθμίζουν τις ανοσολογικές αποκρίσεις. Αν και αυτό βοηθά στην καταπολέμηση λοιμώξεων, μπορεί, επίσης, να οδηγήσει σε υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού, αυξάνοντας τον κίνδυνο για αυτοάνοσα νοσήματα.

Αντίθετα, η τεστοστερόνη – η κύρια ανδρική ορμόνη – έχει κατασταλτική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα. Αναστέλλει την ενεργοποίηση των Τ-λεμφοκυττάρων και μειώνει την παραγωγή κυταροκινών. Αυτή η κατασταλτική δράση ενδέχεται να εξηγεί γιατί οι άνδρες είναι λιγότερο επιρρεπείς στις αυτοάνοσες παθήσεις.

Η διαφορά γίνεται πιο εμφανής σε περιόδους ορμονικών αλλαγών στις γυναίκες, όπως η εφηβεία, η εγκυμοσύνη και η εμμηνόπαυση. Πολλές αυτοάνοσες ασθένειες, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η σκλήρυνση κατά πλάκας, εκδηλώνονται ή επιδεινώνονται στις γυναίκες μετά την εφηβεία, όταν τα επίπεδα οιστρογόνων αυξάνονται. Η εμμηνόπαυση, επίσης, παίζει ρόλο στην εμφάνιση αυτοάνοσων παθήσεων. Όταν τα επίπεδα οιστρογόνων μειώνονται, παραδόξως αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης παθήσεων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, δείχνοντας ότι οι ορμονικές μεταβολές επηρεάζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της γυναίκας.

Γενετικοί παράγοντες

Είναι γνωστό ότι αρκετά γονίδια που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού εντοπίζονται στο Χ χρωμόσωμα. Οι γυναίκες έχουν δύο Χ χρωμοσώματα (ΧΧ), ενώ οι άνδρες έχουν ένα Χ και ένα Υ (ΧΥ). Επομένως, οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλία όσον αφορά την ανοσολογική απόκριση. Αν ένα Χ χρωμόσωμα φέρει ένα ελαττωματικό γονίδιο που σχετίζεται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, το άλλο μπορεί να το αντισταθμίσει. Αντιθέτως, οι άνδρες έχουν μόνο ένα Χ χρωμόσωμα. Αν αυτό φέρει ένα ελαττωματικό γονίδιο, δεν υπάρχει δεύτερο για να το αντισταθμίσει, γεγονός που ενδέχεται να εξηγεί γιατί παρόλο που μπορεί να είναι φορείς, οι άνδρες εμφανίζουν σπανιότερα αυτοάνοσα νοσήματα. Αυτό εξηγεί γιατί κάποιες παθήσεις, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, είναι πολύ πιο συχνές στις γυναίκες. Ενδεχομένως η ανισορροπία στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού που οφείλεται στο δεύτερο Χ μπορεί να συμβάλλει στην υπερδραστηριότητα του ανοσοποιητικού.

Περιβάλλον και τρόπος ζωής

Η παρατεταμένη έκθεση σε χημικά (καπνός, ρύπανση, οικιακά καθαριστικά) συνδέεται με δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος που μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση μιας αυτοάνοσης παθήσεως. Οι γυναίκες, λόγω επαγγελμάτων ή ρόλων μέσα στο σπίτι, ενδέχεται να εκτίθενται περισσότερο σε τέτοιες ουσίες.

Το άγχος και το στρες επηρεάζουν επίσης. Οι γυναίκες συχνά βιώνουν περισσότερο άγχος λόγω κοινωνικών ρόλων, κάτι που αποδεδειγμένα διαταράσσει το ανοσοποιητικό και μπορεί να επιδεινώσει ή να πυροδοτήσει αυτοάνοσα νοσήματα.

Συνοψίζοντας, η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων στις γυναίκες οφείλεται σε αλληλεπιδράσεις μεταξύ συνδυασμών ορμονικών, γενετικών, ανοσολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Ωστόσο η συμβολή καθενός από τους διάφορους παράγοντες είναι διαφορετική σε κάθε άτομο και σε διαφορετικές ηλικίες και παραμένει ουσιαστικά άγνωστη. Τα δύο Χ χρωμοσώματα των γυναικών, τα οποία φέρουν γονίδια που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού μπορούν να οδηγήσουν σε πιο ενεργή ανοσολογική απόκριση που προδιαθέτει σε αυτοάνοσες παθήσεις. Οι γυναικείες ορμόνες, όπως τα οιστρογόνα ενισχύουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, αλλά μπορεί να προκαλέσουν και υπερδραστηριότητα του συστήματος. Η ενισχυμένη ανοσολογική απόκριση των γυναικών, σε συνδυασμό με περιβαλλοντικούς και τρόπους ζωής παράγοντες, αυξάνει περαιτέρω την ευαισθησία τους στα αυτοάνοσα νοσήματα.

Η κατανόηση της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης αυτών των παραγόντων είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη καλύτερων στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας των αυτοάνοσων παθήσεων, ιδίως στις γυναίκες.

Πέτρος Π. Σφηκάκης, Παθολόγος – Ρευματολόγος, Καθηγητής Παθολογίας – Ρευματολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Διευθυντής Γ’ Παθολογικής Κλινικής ΙΑΣΩ Γενική Κλινική

Συντάκτης Άρθρου

ΣΦΗΚΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ

ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ - ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΟΣ

Δείτε κι άλλα άρθρα του ιατρού