Ανάπλαση κόλπου με laser

Κλινική αντιμετώπιση των HPV λοιμώξεων στον τράχηλο της μήτρας Ελίνα Πιτσούνη, MD, MSc
Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος
Συνεργάτης ΙΑΣΩ

 

Η πτώση των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση, έχει σαν αποτέλεσμα αλλαγές στο γεννητικό και κατώτερο ουροποιητικό σύστημα.

Τα συμπτώματα που μπορούν να συνοδεύουν αυτές τις αλλαγές είναι η αιδοιοκολπική ξηρότητα, πόνος κατά την σεξουαλική επαφή, σεξουαλική δυσλειτουργία, αίσθημα καύσου ή/και κνησμού, κολπική αιμόρροια σχετιζόμενη με την σεξουαλική επαφή, συχνουρία, κάψιμο κατά την ούρηση, υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, απότομη επιθυμία προς ούρηση με ή χωρίς ακράτεια επιτακτικού τύπου και ακράτεια ούρων εκ προσπαθείας.

Πλέον, όλα τα παραπάνω συναποτελούν το ουρογεννητικό σύνδρομο της εμμηνόπαυσης και υπολογίζεται ότι περισσότερο του 50% των εμμηνοπαυσιακών γυναικών θα εμφανίσει τουλάχιστον ένα σύμπτωμα του συνδρόμου.

Δυστυχώς, όλα αυτά τα συμπτώματα επηρεάζουν την ψυχολογία των γυναικών, τις διαπροσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές τους σχέσεις και τις κάνουν να νιώθουν γερασμένες, δυσλειτουργικές και χωρίς διάθεση για ζωή.

Μέχρι πρότινος οι μοναδικές διαθέσιμες θεραπείες ήταν φαρμακευτικές (κολπικά ενυδατικά, κολπικά λιπαντικά, ορμονική υποκατάσταση και κολπικά οιστρογόνα), οι οποίες τις κρατούσαν «ομήρους», εφόσον χωρίς την σχεδόν καθημερινή χρήση τους δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σε σεξουαλικό επίπεδο, Μάλιστα, κάποιες αυτές τις θεραπείες εμπεριείχαν ουσίες αμφίβολης ασφάλειας για την υγεία των γυναικών (π.χ. parabens).

Ακόμα και τα κολπικά οιστρογόνα που θεωρούνται «ο χρυσός κανόνας» για την θεραπευτική αντιμετώπιση του ουρογεννητικού συνδρόμου της εμμηνόπαυσης, λόγω ότι επιδρούν σε επίπεδο ανάπλασης του κολπικού ιστού, έχουν δραστικότητα μόνο για όσο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούνται, ενώ η υποτροπή των συμπτωμάτων ακολουθεί σύντομα μετά την παύση χρήσης τους. Επίσης, η ασφάλεια χρήσης τους δεν έχει μελετηθεί πέραν του έτους. Σε γυναίκες με ιστορικό καρκίνου του μαστού θα πρέπει να δίνονται μόνο σε συνεννόηση με τον ογκολόγο για το μικρότερο χρονικό διάστημα, στη μικρότερη δυνατή δόση και μόνο μέχρι ύφεσης των συμπτωμάτων.

Μια νέα πρωτοποριακή θεραπευτική αντιμετώπιση του ουρογεννητικού συνδρόμου της εμμηνόπαυσης είναι η ανάπλαση κόλπου με CO2 laser. Πρόκειται για μια ανώδυνη, μη φαρμακευτική, αναίμακτη θεραπεία χωρίς παρενέργειες, που γίνεται σε επίπεδο ιατρείου και έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπλαση του κολπικού ιστού και την βελτίωση ή/και πλήρη εξαφάνιση των συμπτωμάτων με «φυσικό» τρόπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι επειδή δημιουργεί ανάπλαση σε επίπεδο ιστού, έχει αποτελεσματικότητα τόσο στα συμπτώματα που οφείλονται στο κατώτερο γεννητικό σύστημα (πόνος στην σεξουαλική επαφή, ξηρότητα κλπ), όσο και στα συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα (συχνουρία, απότομη επιθυμία προς ούρηση, κλπ). Επιπλέον, οι γυναίκες απολαμβάνουν μία φυσιολογική σεξουαλική ζωή, νιώθουν ότι έχουν και πάλι τον έλεγχο του σώματός τους εφόσον δεν χρειάζονται να βάζουν κάποιο κολπικό σκεύασμα για να υπάρχει κολπική υγρασία και μπορούν να είναι αυθόρμητες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Συνεπώς, είναι μια θεραπεία που βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των γυναικών και τις κάνει να νιώθουν νέες και υγιείς.

Ο αριθμός των θεραπειών που απαιτούνται είναι 3-5 σε χρονική απόσταση 30-40 ημερών, μεταξύ των θεραπειών. Σχεδόν όλες οι γυναίκες θα εμφανίσουν βελτίωση των συμπτωμάτων του ουρογεννητικού συνδρόμου της εμμηνόπαυσης και κλινική εικόνα αντίστοιχης γυναικών πριν την εμμηνόπαυση με ένα υγιές κολπικό περιβάλλον. Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι μετά από 3 θεραπείες το ποσοστό των γυναικών στις οποίες μπορεί να εξαφανιστεί τελείως ο πόνος κατά την σεξουαλική επαφή είναι 27%, το οποίο μπορεί να ανέλθει σε 58% μετά από 4 θεραπείες και τελικά σε 81% μετά από 5 θεραπείες. Κατ’ αντιστοιχία, το ποσοστό των γυναικών στις οποίες μπορεί να εξαφανιστεί τελείως η κολπική ξηρότητα μετά από 3 θεραπείες είναι 36%, το οποίο μπορεί να ανέλθει σε 66% μετά από 4 θεραπείες και τελικά σε 86% μετά από 5 θεραπείες.

Μάλιστα, η βελτίωση ή η εξαφάνιση των συμπτωμάτων έχει διάρκεια πάνω από ένα έτος μετά την τελευταία θεραπεία, ανεξαρτήτως αριθμού θεραπειών ή συμπτωμάτων. Το χρονικό όριο κατά το οποίο μπορεί να αποφασιστεί η επέκταση του θεραπευτικού πρωτοκόλλου με μια τέταρτη ή και πέμπτη συνεδρία είναι ένας μήνας μετά την τρίτη θεραπεία, εφόσον έχει αποδειχτεί ότι πέραν αυτού του χρονικού ορίου το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν αλλάζει.

Τέλος, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι πρόκειται για μία θεραπεία η οποία μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες και φόβο για απόκτηση ή υποτροπή καρκίνου, ακόμα και σε γυναίκες με ιστορικό γυναικολογικού καρκίνου, όπως καρκίνο του μαστού. Αυτή η ξεχωριστή και ευαίσθητη ομάδα γυναικών που έχει αγωνιστεί σκληρά, τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά για να κερδίσει την μάχη με τον καρκίνο, για πρώτη φορά μπορεί να αισθανθεί ότι ο γυναικολογικός καρκίνος ή ο απόηχος του δεν τους στερεί το δικαίωμα στην υγιή σεξουαλική ζωή, τις όμορφες στιγμές και τις ολοκληρωμένες διαπροσωπικές σχέσεις.

Είναι μια θεραπεία που βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των γυναικών και τις κάνει να νιώθουν νέες και υγιείς.